Λίγα λόγια για τον τραυλισμό

Λίγα λόγια για τον τραυλισμό

Ένα πρόβλημα που αφορά στην ομιλία, δηλαδή στην εκφορά του προφορικού λόγου, για το οποίο χρειάζεται η παρέμβαση του λογοθεραπευτή είναι ο τραυλισμός. Συγκεκριμένα, ο τραυλισμός είναι μια διαταραχή στο ρυθμό της ομιλίας που επηρεάζει το βαθμό ευχέρειας στην ομιλία ενός ατόμου, το οποίο ξέρει ακριβώς τι θέλει να πει αλλά δεν μπορεί, εξαιτίας μιας μη ηθελημένης και επαναλαμβανόμενης παράτασης ή διακοπής των φθόγγων, συλλαβών  ή/και λέξεων. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι κατά την ανάπτυξη του λόγου, δηλαδή των γλωσσικών ικανοτήτων, σε παιδιά ηλικίας 2 έως και 4,5 χρονών παρατηρείται συχνά ένα στάδιο φυσιολογικής δυσχέρειας στην ομιλία τους, κατά το οποίο μπορεί να παρουσιάσουν την εικόνα του τραυλισμού. Αυτό συμβαίνει γιατί σε αυτήν την ηλικία ο ρυθμός ανάπτυξης της γλώσσας είναι πολύ πιο γρήγορος από την ικανότητα του εγκεφάλου να επεξεργαστεί με την ίδια ταχύτητα τα γλωσσικά στοιχεία που θα τον βοηθήσουν στη συνταξη μιας σωστής πρότασης. Ως αποτέλεσμα εμφανίζονται συμπτώματα παρόμοια με αυτά του τραυλισμου, όπως παρεμβολή ήχων ή λέξεων στη φράση/πρόταση (π.χ. «ε,ε,ε», «και,και»), επαναδιατύπωση μιας πρότασης με αλλαγή στο περιεχόμενο ή στη σύνταξη, επανάληψη φράσεων, λέξεων ή συλλαβών και επιμήκυνση γλωσσικών φθόγγων (π.χ. θ…θ…θα πάμε).

Ωστόσο η περίοδος της φυσιολογικής δυσχέρειας σπάνια εκτείνεται πέρα από το πέμπτο έτος της ηλικίας στα παιδιά και το χαρακτηριστικό της είναι ότι εμφανίζεται ξαφνικά όπως και απότομα σταματάει και συνήθως διαρκεί έξι μήνες κατά μέσο όρο. Αντίθετα, αυτό που χαρακτηρίζουμε ως παθολογικό τραυλισμό μπορεί να ξεκινήσει σε πολύ μικρή ηλικία ή και σε μεγαλύτερη ηλικία και το χαρακτηριστικό του είναι ότι εμφανίζεται στην αρχή με ήπια συμπτώματα που σταδιακά γίνονται πιο έντονα και δεν υποχωρούν κατά την προσχολική ηλικία. Οσο για τα αίτια του τραυλισμού, πολλές έρευνες έχουν γίνει στην  προσπάθεια να βρεθεί συγκεκριμένη αιτιολογία που να ευθύνεται αποκλειστικά για την εμφάνιση του τραυλισμού, αλλά τα συμπεράσματα συγκλίνουν στο ότι προκειται για πολλούς παράγοντες που συμβάλλουν ο καθένας με τον τρόπο του στην εμφάνιση ή και επιδείνωση των συμπτωμάτων του τραυλισμού. Έτσι αναφέρονται:

  • νευρολογικά αίτια λόγω της διαφορετικής λειτουργίας του εγκεφάλου των ατόμων που τραυλίζουν η οποία επηρεάζει τον τρόπο και τον χρόνο που επεξεργάζονται τον προφορικό λόγο.
  • γενετικά αίτια λόγω της κληρονομικότητας
  • γλωσσολογικά αίτια όπως π.χ. φωνολογικά προβλήματα, δυσκολία με τη δομή του λόγου, φτωχό λεξιλόγιο και δυσκολία εύρεσης της κατάλληλης λέξης
  • ψυχολογικά αίτια όπως χαμηλή αυτοεκτίμηση, φοβίες, τάση για τελειομανία, σχέσεις ζήλειας ή ανταγωνισμού με αδέρφια, τραυματικές εμπειρίες κ.α.
  • περιβαλλοντικά αίτια, όπως πίεση χρόνου, πρότυπα γρήγορης ομιλίας από οικογενειακό περιβάλλον, έλλειψη οργάνωσης και πειθαρχίας στο σπίτι κ.α.

Είναι σημαντικό η θεραπεία του τραυλισμού να αρχίζει αμέσως μόλις εντοπιστούν τα συμπτώματα γιατί όσο πιο νωρίς γίνει η θεραπευτική παρέμβαση τόσο αυξάνονται και οι πιθανότητες της πλήρους εξάλειψης του τραυλισμού, ιδίως στις μικρές ηλικίες. Ωστόσο και σε μεγαλύτερες ηλικίες η θεραπεία μπορεί να βοηθήσει στην αισθητή μείωση των συμπτωμάτων του τραυλισμού και στην επίτευξη μιας πολύ ομαλής ροής του λόγου κατά την ομιλία.

Αφήστε το σχόλιό σας:

eXTReMe Tracker